Η ανατροπή της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή

Η ανατροπή της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή

Η «αραβική άνοιξη» του 2010/2011, τουτέστιν το νεοιμπεριαλιστικό άρμα της Ουάσιγκτον για την διάλυση της ευρύτερης Μέσης Ανατολής και ανασύσταση της υπό σιωνιστική ηγεμονία,  προσέφερε στην Τουρκία μια μοναδική ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει την αμφίθυμη πολιτική της σε αυτή την περιοχή και να αναπροσαρμόσει την γεωστρατηγική της, παίρνοντας αναφανδόν μέρος υπέρ των εξεγερμένων σουνιτών μουσουλμάνων.

Στην περίπτωση της Τυνησίας και της Αιγύπτου η τουρκική κυβέρνηση του Ερντογάν πρότεινε στους ηγέτες των δυο χωρών Μπεν Αλί και Μουμπάρακ να παραιτηθούν υπέρ των εξεγερμένων εξτρεμιστών, παίρνοντας σαφή θέση υπέρ της Αλ Κάιντα και της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, ενώ στην περίπτωση της Λιβύης η Άγκυρα διαχώρισε την θέση της θέλοντας να παίξει τον ρόλο του διαμεσολαβητή, αφού τα οικονομικά συμφέροντα των Τούρκων βιομηχάνων σε αυτή την χώρα ήταν σημαντικότατα και η απομάκρυνση του Καντάφι τα έθετε σε κίνδυνο. Στην περίπτωση της Συρίας και του συμμοριτοπολέμου, ο Ερντογάν όχι μόνο απαίτησε την απομάκρυνση του Άσαντ από την εξουσία αλλά προσέφερε και καταφύγιο στους ισλαμοσυμμορίτες, εξ άλλου είναι γνωστό ότι τα τουρκοσυριακά σύνορα είχαν μετονομαστεί σε «λεωφόρο τζιχαντιστών». Στο διάστημα που η «αραβική άνοιξη» άνθιζε, η Τουρκία απολάμβανε λόγω αυτών των θέσεων της εξωτερικής της πολιτικής θετικότατη αντιμετώπιση και ιδιαίτερη μεταχείριση σε όλες τις διεθνείς της σχέσεις. Μάλιστα η Ουάσιγκτον έφτασε στο σημείο να θεωρεί την Τουρκία ως παράδειγμα κράτους που θα έπρεπε να μιμηθούν πολλές άλλες μουσουλμανικές χώρες.

Η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας την περίοδο της «αραβικής άνοιξης», τουτέστιν την περίοδο των επεμβάσεων των ΗΠΑ στην Τυνησία, Λιβύη, Αίγυπτο, Συρία και στο Ιράκ, βασιζόταν στην δυναμική οικονομική ανάπτυξη της χώρας και στις πολιτικές-ιστορικές σχέσεις της με τις αραβικές χώρες, καθώς και στις στενές σχέσεις δεκαετιών με το Ισραήλ. Η «αραβική άνοιξη» έδωσε στην Τουρκία την δυνατότητα να μετουσιώσει στην πράξη την εξωτερική πολιτική που είχε εμπνευστεί ο Νταβούτογλου, να μετατρέψει δηλαδή την πολιτική του «στρατηγικού βάθους» σε Realpolitik. Πίσω από την πολιτική του «στρατηγικού βάθους» κρυβόταν, και κρύβεται, το μοντέλο μιας εξωτερικής πολιτικής η οποία βασίζεται στην ιστορική, θρησκευτική, γεωγραφική και πολιτισμική κληρονομιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο στόχος αυτής της πολιτικής ήταν ο αναπροσανατολισμός της εξωτερικής πολιτικής της Άγκυρας σε Οθωμανική «Κοινοπολιτεία», στα πρότυπα της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, και με στόχο την μετεξέλιξη της Τουρκίας σε αναμφισβήτητη περιφερειακή δύναμη της Μέσης Ανατολής, της Κασπίας και των Βαλκανίων.

Στην ουσία η Τουρκία δια της «αραβικής άνοιξης» επαναπροσδιόρισε τα γεωπολιτικά της συμφέροντα, προσεγγίζοντας τον μεγάλο γερμανό επιστήμονα της γεωπολιτικής Karl Ernst Haushofer, ο οποίος ανέπτυξε την θεωρία του «ζωτικού χώρου». Με την συστηματική μετάδοση αυτής της θεωρίας στην πράξη, η Τουρκία θεμελίωσε την εξωτερική της πολιτική του «στρατηγικού βάθους» και την αναγκαιότητα να ηγηθεί της ιστορικής, θρησκευτικής και οικονομικής ολοκλήρωσης του μουσουλμανικού κόσμου της ευρύτερης Μέσης Ανατολής, της Κασπίας και των Βαλκανίων.

Η «αραβική άνοιξη» προσέφερε στην Τουρκία την ιστορική ευκαιρία, το ιστορικό κλειδί, να μετατρέψει την θεωρία του «ζωτικού χώρου» σε πράξη. Η «αραβική άνοιξη» των Αμερικανοσιωνιστών έγινε για την Άγκυρα η λυδία λίθος της εξωτερικής της πολιτικής. Η Άγκυρα άδραξε την ευκαιρία ελπίζοντας ότι η Τυνησία, η Λιβύη, η Αίγυπτος, η Συρία και το Ιράκ θα μετεξελιχθούν με τις επεμβάσεις των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ και με τους μισθοφόρους τζιχαντιστές σε ισλαμικά-σουνιτικά θεοκρατικά κράτη ή κρατίδια στα οποία η Άγκυρα θα ασκούσε ηγεμονικό ρόλο.

Η τουρκική εξωτερική πολιτική τοποθετήθηκε στο βάθρο της «αραβικής άνοιξης» ενσωματώνοντας και  την πολιτική του «στρατηγικού βάθους». Όταν η «αραβική άνοιξη» έκανε την εμφάνιση της στην Συρία, πάντα με την συναυτουργία της Αλ Κάιντα και των παραφυάδων της,  η Τουρκία μετέβαλλε τις έως τότε φιλικές και στενές σχέσεις της προς την Δαμασκό και το καθεστώς Άσαντ. Όμως η τουρκική ελπίδα, πίστη ότι η εξουσία του σουνιτικού εξτρεμιστικού Ισλάμ θα μπορούσε να έχει διάρκεια είτε στην Συρία ή στις άλλες προαναφερθείσες χώρες αποδείχθηκε ως παραπλανητική. Τα μεγαλεπήβολα σχέδια της Άγκυρας για ηγεμονικό ρόλο στον μουσουλμανικό κόσμο της ευρύτερης Μέσης Ανατολής εκμηδενίστηκαν σχετικά γρήγορα. Μετά τα έκτροπα και εγκλήματα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας που είχε αναλάβει την διακυβέρνηση στο Κάιρο, οι αιγυπτιακές ένοπλες δυνάμεις υπό την ηγεσία του στρατηγού Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι επαναστάτησαν και απομάκρυναν από την εξουσία την σουνιτική εξτρεμιστική Αδελφότητα, στέλνοντας στην φυλακή τους ηγέτες της. Η Τουρκία, και ο Ερντογάν προσωπικά, υπερασπίστηκε την Μουσουλμανική Αδελφότητα και τον ηγέτη της Μούρσι αρνούμενη να αναγνωρίσει το καθεστώς του στρατηγού αλ Σίσι.

Με την έκρηξη του συμμοριτοπολέμου στην Συρία η Άγκυρα υποστήριξε τους ισλαμοσυμμορίτες της Αλ Κάιντα, Αλ Νούσρα και FSA. Όμως και αυτή η συμπόρευση της Άγκυρας με τους εξτρεμιστές σουνίτες αποδείχθηκε ως λανθασμένη και επικίνδυνη, ιδιαίτερα μετά την επέμβαση της Ρωσίας στην περιοχή, οι δε πρόσφατες εξελίξεις στο πολεμικό μέτωπο σαφώς και προεξοφλούν μια νίκη του Άσαντ εναντίον των τζιχαντιστών και αυτών που τους υποστηρίζουν. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στο πολεμικό μέτωπο του Ιράκ, όπου οι κυβερνητικές δυνάμεις κατατροπώνουν τους ισλαμοσυμμορίτες στο τελευταίο προπύργιο τους της Μοσούλης. Ένα ακόμη ράπισμα δέχθηκε η τουρκική εξωτερική πολιτική της Άγκυρας από την Τυνησία, όπου το κόμμα Ενάχντα που πρόσκειται στην Μουσουλμανική Αδελφότητα έχασε με μεγάλη διαφορά τις εκλογές του 2014 και αναγκάστηκε να αναστείλει τα σχέδια του για θεοκρατικό καθεστώς στην Τύνιδα. Η δε κατάσταση που επικρατεί στην Λιβύη μέχρι στιγμής είναι μεν συγκεχυμένη, αλλά σίγουρα δεν αντανακλά μια θετική εξέλιξη για την εξωτερική πολιτική της Άγκυρας.

Η πολιτική και στρατιωτική αποδυνάμωση των τζιχαντιστών στα προαναφερθέντα μέτωπα μείωσε την επιρροή της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Συνεπακόλουθα εκμηδενίστηκε και το σχέδιο της Άγκυρας για ανάληψη ηγεμονικού ρόλου στην περιοχή. Η σουνιτική-ισλαμική διάσταση της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας σε συνάρτηση με την «αραβική άνοιξη» οδήγησε σε  λάθος εκτιμήσεις στο γεωπολιτικό επίπεδο. Η επίδραση της σουνιτικής ιδεολογίας στην εξωτερική πολιτική πρακτικά αφαίρεσε από την Τουρκία την επιδίωξη ενός ηγεμονικού ρόλου στην Μέση Ανατολή και την οδήγησε, την οδηγεί, στον διεθνή κατήφορο. Μάλιστα αυτό γίνεται ορατό και στον πόλεμο της Υεμένης όπου μαίνεται η σύγκρουση μεταξύ δυνάμεων που πρόσκεινται στο σιιτικό Ιράν και στην σουνιτική-βαχαμπιστική Σαουδική Αραβία. Παρ’ όλο που η Άγκυρα έχει ταχθεί πολιτικά υπέρ της Σαουδικής Αραβίας δεν κατάφερε να έχει καμία απολύτως επιρροή στα τεκταινόμενα.

Όσον αφορά την κουρδική απειλή, η Τουρκία με την πολιτική της και την μικρής έκτασης στρατιωτική της επέμβαση στις συνοριακές περιοχές Συρίας και Ιράκ απέδειξε ότι η συμμαχία της με τους τζιχαντιστές έχει και την διάσταση του αποκλεισμού δημιουργίας κουρδικής αυτόνομης-ανεξάρτητης ζώνης στα σύνορα της. Η πρόσφατη απονενοημένη προσπάθεια της να συμμετάσχει στην ανακατάληψη της Μοσούλης και του Χαλεπίου από τους ισλαμοσυμμορίτες αποδεικνύει αυτή την διάσταση, σε συνάρτηση βέβαια με τις ιστορικές, κατά την άποψη της, παρακαταθήκες στην περιοχή.

Η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας  αναφορικά με την ευρύτερη Μέση Ανατολή αντιμετωπίζει την τρέχουσα περίοδο μια μοναξιά που απορρέει από την «στρατηγική του βάθους» και την «αραβική άνοιξη». Μια μοναξιά που αγγίζει τα όρια της απομόνωσης. Οι αρχές της εξωτερικής πολιτικής που θεσπίστηκαν από την κυβέρνηση Ερντογάν απέχουν παρασάγγας από την σημερινή πραγματικότητα. Ο Άσαντ τον οποίο ο Ερντογάν το 2008 χαρακτήριζε ως «αδελφό» του και τον οποίο ήθελε να απομακρύνει από το 2011 και μετά από την Δαμασκό, κατάφερε να εδραιώσει την εξουσία του και να βγει νικητής από τον συμμοριτοπόλεμο που οργάνωσαν οι ΗΠΑ και υποστήριξε η Τουρκία. Αυτό το παράδειγμα και μόνο δείχνει τις δυσκολίες και προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Τουρκία στην Μέση Ανατολή, δυσκολίες οι οποίες είναι αδύνατον να ξεπεραστούν σε βραχύ χρονικό διάστημα και με πομφόλυγες όπως «προσέγγιση με την Ρωσία».

Η πολιτική των «μηδέν προβλημάτων» με τους γείτονες που ξεκίνησε να εφαρμόζει το κόμμα του Ερντογάν το 2002, σήμερα το 2016 εξελίχθηκε σε πολιτική «μόνο προβλήματα» με όλους τους γείτονες. Το «στρατηγικό βάθος» αποδείχθηκε ως «στρατηγικό κενό» και η εξωτερική πολιτική της Άγκυρας είναι πλέον άνευ νοήματος και σημασίας. Η πίστη ότι η Τουρκία με την επιτυχία της «αραβικής άνοιξης» θα μπορούσε να διαδραματίσει ηγεμονικό ρόλο στην Μέση Ανατολή ήταν παραπλανητική. Τα πρόσφατα γεγονότα στην Τουρκία, όπως το αποτυχημένο πραξικόπημα και η εξέγερση των Κούρδων, δείχνουν μια συγκρουσιακή πορεία τόσο στο εσωτερικό της χώρας, όσο και στο γειτονικό εξωτερικό.

Η Τουρκία, αφού ολοκληρωθεί η αναδιοργάνωση των ενόπλων της δυνάμεων, μια αναδιοργάνωση που είναι απόρροια των εκκαθαρίσεων μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, θα αυξήσει δραματικά την ένταση με την Ελλάδα και την Κύπρο, ούτως ώστε να αντισταθμίσει τις απώλειες από την πολιτική της στην Μέση Ανατολή, γνωρίζοντας ότι απέναντι της έχει ένα στρατιωτικά, οικονομικά και κοινωνικά διαλυμένο κράτος με ασυνάρτητη και επικίνδυνη ηγεσία, τόσο σε επίπεδο κυβέρνησης όσο και σε επίπεδο  μνημονιακής αντιπολίτευσης.

Η Τουρκία του Ερντογάν είναι ένα πληγωμένο ζώο και προσπαθεί να περισώσει το κύρος της μετά την πλήρη αποτυχία της πολιτικής της στην Μέση Ανατολή. Η Ελλάδα ως ένα κράτος που τρεκλίζει θα πρέπει να λάβει πολύ σοβαρά υπόψη τον κίνδυνο εξ Ανατολών.

Γ. Λιναρδής

Διαβάστε περισσότερα: http://www.xryshaygh.com/enimerosi/view/h-anatroph-ths-tourkikhs-ejwterikhs-politikhs-sth-mesh-anatolh#ixzz4Of4Bk8xq

Comments Off on Η ανατροπή της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή

Filed under Διεθνή

Comments are closed.