Η παρακμή και η πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας

Η παρακμή και η πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας

Η Βυζαντινή αυτοκρατορία μετά το θάνατο του Βασιλείου του Β’ (1025 μ.Χ.) εισέρχεται πλέον σε μια μακρά περίοδο παρακμής από την οποία δεν μπόρεσε να ανακάμψει, παρά μόνο να δώσει κάποια δείγματα περιορισμένης αναλαμπής πριν την τελική κατάρρευση. Αποτέλεσμα αυτής της παρακμής ήταν πρώτα η κατάληψη της Πόλης από τους Σταυροφόρους (1204 μ.Χ.) και αργότερα από τους Οθωμανούς (1453 μ.Χ.). Χωρίς να λείπουν και οι φωτεινές εξαιρέσεις, βασιλείς που αγωνίσθηκαν για τη σωτηρία του κράτους, η καταστροφική πολιτική των αδιάφορων αυτοκρατόρων υπερίσχυσε.

Ως πρώτη αιτία παρακμής μπορούμε να αναφέρουμε το γεγονός ότι στο θρόνο ανήλθαν βασιλείς που κατέχονταν από συμπλέγματα κατωτερότητας προς τους προκατόχους τους. Επιπλέον, πρόσωπα ιδιοτελή που χρησιμοποίησαν την επιρροή τους ως μέσο πλουτισμού τόσο για τους ίδιους όσο και για τον κύκλο τους, αυτοκράτορες που αντιλαμβάνονταν τη διοίκηση ως μέσον ικανοποίησης πάσης φύσεως ηδονών και απολαύσεων, ενώ άλλοι που είχαν χαρακτήρα χαροκόπου και ελαστική συνείδηση ώστε να αποφεύγουν να αντιμετωπίσουν δύσκολες καταστάσεις, είναι ως επί το πλείστον αυτές οι προσωπικότητες που άσκησαν την εξουσία και έφερναν το κράτος σε αδιέξοδο.

Οι προστριβές, οι ραδιουργίες καθώς και η εχθρική αντιμετώπιση ισχυρών ατόμων αποδυνάμωσαν την αυτοκρατορία ακόμα περισσότερο, η οποία μέσα από αυτές τις διχόνοιες οδηγήθηκε σε εμφύλιες διαμάχες. Άλλοτε προκαλούνταν εξεγέρσεις από το λαό ενώ άλλοτε από τοπικούς άρχοντες, οι οποίοι αδιαφορούσαν για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των ενεργειών τους, κατά της κεντρικής εξουσίας. Άλλες φορές πάλι, οι βασιλείς ή απόγονοί εκθρονισμένων βασιλέων ενέπλεκαν τις ξένες δυνάμεις στις εσωτερικές υποθέσεις του Βυζαντίου, με αποτέλεσμα αυτό να αποδυναμώνεται.

Η οικονομική πολιτική που ακολούθησαν αρκετοί αυτοκράτορες ήταν ένας ακόμη παράγων που συνετέλεσε στην παρακμή. Σε αρκετές περιπτώσεις η οικονομική πολιτική του κράτους ταυτίστηκε με τα συμφέροντα των πλουσίων προκαλώντας προβλήματα στις ασθενέστερες τάξεις. Για παράδειγμα, η κατάργηση του αλληλέγγυου μέτρου προκάλεσε ανωμαλίες, διότι συνέπλεαν τα συμφέροντα του κράτους με τα συμφέροντα των ισχυρών και κατά τον τρόπο αυτό η μεγάλη μάζα των πολιτών παραδόθηκε στις αρπακτικές ορέξεις των δυνατών.

Άλλο καταστρεπτικό μέτρο ήταν αυτό της εκμίσθωσης σε ιδιώτες, των κρατικών φόρων. Το κράτος είχε σταθερά έσοδα, οι φορολογούμενοι όμως απ’ τη μεριά τους παραδίδονταν στην απληστία των μισθωτών των φόρων, οι οποίοι επεδίωκαν την είσπραξη του φόρου στο πολλαπλάσιο.

Καταστροφική οικονομική πολιτική εφήρμοσαν τόσο ο Κωνσταντίνος Η’ ο οποίος σε τρία χρόνια εισέπραξε φόρους πέντε ετών, όπως ο Βοτανειάτης που νόθευσε το νόμισμα το οποίο έχασε την αξία του και αντικαταστάθηκε σταδιακά στη διεθνή αγορά από το φλωρεντινό φιορίνι.

Όλα αυτά τα ολέθρια μέτρα δεν άργησαν να προκαλέσουν επανάσταση. Από ένα σημείο και μετά οι τιμές ειδών πρώτης ανάγκης αυξήθηκαν υπερβολικά, ώστε οι κάτοικοι εξεγέρθηκαν και έκαψαν τις αποθήκες του κρατικού μονοπωλίου σιταριών στη Ραιδεστό. Στην περίπτωση των Βουλγάρων οι οικονομικές επιβαρύνσεις κατά του αγροτικού πληθυσμού, προκάλεσε αίσθημα οργής και τα πνεύματα οξύνθηκαν.

Άλλο αίτιο παρακμής ήταν και η παραμέληση του στρατού. Η ανικανότητα και η αδιαφορία των περισσοτέρων βασιλέων είχε αντίκτυπο στο στράτευμα. Διάγοντας πολυτελή βίο και εξαιτίας της συντήρησης της αυλής τους, σπαταλούν κατ’ αυτόν τον τρόπο τα χρήματα του δημοσίου ταμείου, διαλύουν τμήματα του στρατού ή μειώνουν τις στρατιωτικές δαπάνες, ενώ σε άλλες περιπτώσεις επιτρέπουν την εξαγορά της στρατιωτικής θητείας. Εισάγουν το μέτρο των μισθοφόρων σε ευρεία κλίμακα, πράγμα που αφ’ ενός προσελκύει ικανούς στρατιώτες, αφ’ ετέρου όμως λείπει πλέον το αίσθημα του χρέους προς την πατρίδα. Ενώ λοιπόν όφειλαν να ενισχύσουν το στρατό, να τοποθετήσουν τα κατάλληλα άτομα στις κατάλληλες θέσεις και να προβούν σε ενέργειες βάσει των οποίων θα παρακινούνταν οι πολίτες να πράξουν το υπέρτατο χρέος προς την πατρίδα, αντιθέτως επαναπαύονταν πίσω από την ασφάλεια που προσέφεραν – ακόμη- ο στρατός, τα τείχη και ο στόλος της Βασιλεύουσας. Και όλα αυτά διαδραματίζονταν σε εποχές που αποτελούσε επιτακτική ανάγκη η λήψη δραστικών μέτρων για τη σωτηρία του Βυζαντίου.

Αποτέλεσμα των παραλείψεων αυτών, ήταν οι ήττες που υπέστη το Βυζάντιο στα πεδία των μαχών. Στα 1030 μ.Χ. σε ενέδρα των Αράβων στην Κοίλη Συρία οι βυζαντινές δυνάμεις διαλύθηκαν. Στα 1042 μ.Χ. οι Σέρβοι επιτυγχάνουν πλήγμα σοβαρό στα Βυζαντινά στρατεύματα και αυτό έχει ως αποτέλεσμα το Σερβικό κράτος της Ζέτας να είναι η πρώτη Σλαβική Βαλκανική χώρα που αποσπάται από το Βυζάντιο. Λίγα χρόνια μετά (1048 μ.Χ.) οι Βυζαντινοί παραχωρούν χρήμα γαίες και τίτλους στους άρχοντες των Πετσενέγων (λαός Τουρκικής καταγωγής) τους οποίους πλέον δεν μπορούσαν να αποκρούσουν. Σημαντικό γεγονός στην στρατιωτική ιστορία του Βυζαντίου ήταν η ήττα στο Μαντζικίερτ (ή Μάντζικερτ) όπου ο Διογένης ο Ρωμανός ηττήθηκε από τον Αλπ-Αρσλάν.

Παράλληλα η εμφάνιση εχθρών στην Ανατολή (Σελτζούκοι Τούρκοι) και οι ήττες της αυτοκρατορίας, συντελούσαν στις δαπάνες και στην απώλεια γαιών που είχαν οικονομικό αντίκτυπο στο Βυζάντιο.

Άλλος παράγων παρακμής ήταν η πολιτική που εφαρμόσθηκε σε εκκλησιαστικά ζητήματα. Πρώτα απ’ όλα η διάσπαση των εκκλησιών προκάλεσε την εξασθένηση της επίδρασης που είχε το Ανατολικό κράτος στη Δύση. Η διένεξη αυτή τερματίσθηκε με την πτώση της Κωνσταντινούπολης, το 1453 μ.Χ με ενδιάμεσο σταθμό της εξασθένησης αυτής την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους στα 1204 μ.Χ. που συνοδεύτηκε από εκτεταμένη λεηλασία.

Πέρα από το στρατιωτικό τομέα, άλλη αιτία παρακμής ήταν και η παρερμηνεία του θεσμού του μοναχισμού. Σε αρκετές περιπτώσεις οι πολίτες «ασπάζονταν» το μοναχισμό όχι από πίστη αλλά επειδή αποκόμιζαν οφέλη όπως π.χ. την απαλλαγή από τις στρατιωτικές υποχρεώσεις τους.

Αυτή ήταν η κατάσταση στην Ελλάδα που επικρατούσε πριν αναλάβει την εξουσία ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Ήταν ένας από τους έξι γιούς του βασιλιά Μανουήλ. Λεγόταν και Δράκος για την πολεμική του ανδρεία. Εκείνος αντελήφθη αμέσως ότι πέρα από την Κωνσταντινούπολη, η άμυνα κατά των Τούρκων θα μπορούσε να οργανωθεί στην Πελοπόννησο, της οποίας έγινε κύριος από ένα σημείο και μετά. Όμως μετά από αγώνα τεσσάρων ημερών, ο Μουράτ καταλαμβάνει τον Ισθμό και την Κόρινθο. Από τότε ο Κωνσταντίνος γίνεται φόρου υποτελής στο σουλτάνο.

Το 1449 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος στέφεται βασιλιάς του Βυζαντίου. Η κατάσταση ήταν τόσο αποκαρδιωτική ώστε η ύπαιθρος της περιοχής βρισκόταν υπό τουρκική κατοχή ενώ ο Βυζαντινός στόλος αριθμούσε το πολύ δέκα πλοία.

Ο βασιλιάς γνωρίζοντας την αδυναμία του κράτους εστίασε στο διπλωματικό πεδίο προκειμένου να επιτύχει συμμαχίες. Έστειλε απεσταλμένους στην Ευρώπη για να τονίσει τον κίνδυνο στον οποίο θα βρισκόταν όλη η Δύση αν κυριαρχούσαν οι Οθωμανοί. Επεδίωκε την ένωση των εκκλησιών ενώ παράλληλα προσπαθούσε να παρακινήσει σε πόλεμο εχθρούς του Μωάμεθ στην Ανατολή. Όμως οι προσπάθειες κατέληξαν στο κενό.

Η επόμενη κίνηση ανήκει στο Μωάμεθ. Στην ανατολική παραλία του Βοσπόρου ανέγειρε φρούριο. Αργότερα κατασκευάζει φρούριο και στη δυτική πλευρά ώστε να ελέγχει την περιοχή. Ο Κωνσταντίνος αντιλαμβάνεται τα σχέδια του εχθρού και θέλει να κηρύξει πόλεμο, όμως αυτή η άποψη αυτή βρίσκει αντίθετες τη σύγκλητο των κληρικών και των λαϊκών.

Οι εργασίες για την κατασκευή του φρουρίου προκαλούν την αντίδραση των κατοίκων της υπαίθρου και προκαλούνται αψιμαχίες. Τον Ιούλιο του 1452 μ.Χ. ο βασιλιάς κλείνει τις πύλες της πόλης και διατάζει την σύλληψη των Τούρκων που βρίσκονται εντός αυτής. Ο σουλτάνος από τη μεριά του εξοπλίζει τους πύργους με στρατό και κανόνια. Έτσι, έχουμε την επίσημη κήρυξη του πολέμου.

Η πρώτη μέριμνα του Μωάμεθ ήταν η κατασκευή ισχυρών πυροβόλων. Παράλληλα μελετούσε την ευρύτερη τοποθεσία της περιοχής αλλά και της πόλης ώστε να τοποθετηθούν κατάλληλα τα πυροβόλα προκειμένου να προκαλέσουν βαρύτατα πλήγματα στα τείχη. Μετά την περάτωση των προετοιμασιών, στις 6 Απριλίου κήρυξε την πολιορκία, αλλά μέχρι την 20η του μηνός περιορίστηκε σε κανονιοβολισμούς και σε μικρές συμπλοκές. Για την πολιορκία μετέφερε περίπου 160.000 στρατό και έστησε 14 πυροβολοστάσια σε όλη την περιφέρεια. Ο στόλος ανερχόταν στα 160 πλοία.

Η Κωνσταντινούπολη στηριζόταν πρώτα απ’ όλα στα χερσαία τείχη. Σε κάποια σημεία το τείχος ήταν διπλό και ισχυρότατο και μπροστά είχε τάφρο, όμως σε άλλα σημεία ήταν πιο αδύναμο και χωρίς τάφρο. Σοβαρό πρόβλημα αποτελούσε το γεγονός ότι τα τείχη της πόλης απαιτούσαν μεγάλο αριθμό στρατιωτών και κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο, επειδή οι αμυνόμενοι δεν ξεπερνούσαν τους 5.000 άνδρες. Το μόνο σημείο υπεροχής των αμυνομένων ήταν στη θάλασσα όπου ο Ελληνικός στόλος μαζί με το συμμαχικό έφταναν τα 25 καράβια (λίγα σε αριθμό), αλλά τα πληρώματα ήταν ικανότερα των Οθωμανών.

Αργότερα η πολιορκία γίνεται πιο ασφυκτική καθώς οι Οθωμανοί ανελκύουν τα πλοία και τα μεταφέρουν στον Κεράτιο κόλπο (κατόπιν συνεννοήσεως με Γενοβέζους στο Γαλατά). Οι Βυζαντινοί προσπάθησαν να πυρπολήσουν το στόλο των εχθρών, όμως και η απόπειρα αυτή απέτυχε λόγω προδοσίας των Γενοβέζων.

Και ενώ αυτά συνέβαιναν στο πολεμικό πεδίο, στην πόλη η κατάσταση είναι απελπιστική. Επικρατεί έλλειψη τροφίμων, το δημόσιο ταμείο είναι άδειο και οι ευπορότεροι αρνούνται να συνδράμουν στα έξοδα, ενώ οι δημαγωγοί ειρωνεύονταν το βασιλιά και τους άρχοντες που αμύνονταν. Παράλληλα η διχόνοια μεταξύ ενωτικών και ανθενωτικών βρισκόταν σε έξαρση.

Όμως και οι Οθωμανοί αντιμετώπιζαν προβλήματα διότι στις επιθέσεις σκοτώνονταν δυσανάλογα περισσότεροι δικοί τους σε σχέση με τους Βυζαντινούς. Όμως οι νεκροί τους αντικαθίσταντο εύκολα από τις ασιατικές ορδές.

Ο Μωάμεθ εξαπολύει δύο επιθέσεις στις 7 και 12 Μαΐου, οι οποίες αποκρούονται. Αργότερα πραγματοποιεί αποτυχημένες επιθέσεις από τη θάλασσα και την 18η του μηνός επιτίθεται με τη χρήση πολιορκητικού πύργου ο οποίος όμως πυρπολήθηκε. Έπειτα εστιάζει σ τη δημιουργία υπονόμων προκειμένου να καταλάβει την πόλη, όμως και αυτό το σχέδιο απέβη μάταιο.

Όσο γενναία και αν αμύνονταν οι υπερασπιστές, σταδιακά η άμυνα της πόλης εξασθενούσε. Μέρος των τειχών και των πύργων είχε καταστραφεί. Οι επισκευές δεν άντεχαν τις βολές των πυροβόλων. Και το βασικότερο όλων, δεν αναμενόταν βοήθεια από πουθενά, ενώ παράλληλα οι αμυνόμενοι σκοτώνονταν κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις.

Ο Μωάμεθ προετοιμαζόταν πλέον για τη γενική έφοδο της 29ης Μαΐου. Προηγουμένως έστειλε αγγελιοφόρο να μεταφέρει τους όρους παράδοσης. Από τη μεριά του ο Κωνσταντίνος σα νέος Λεωνίδας, μαζί με το στρατό αρνήθηκε να υποκύψει και δήλωσε ότι θα αγωνισθεί μέχρις εσχάτων.

Λίγο μετά τις δύο τα μεσάνυχτα εξαπολύεται η πρώτη επίθεση και από τις τρεις πλευρές της πόλης. Το κύμα αυτό αποτελούνταν από ελάχιστα εκπαιδευμένους άνδρες. Παράλληλα ο στόλος παρατάχθηκε στο στόμιο του Κερατίου περισσότερο για να απειλήσει και όχι για να επιτεθεί. Κατά τη δεύτερη επίθεση έστειλε ικανούς πολεμιστές αλλά άτακτους. Στην Τρίτη επίθεση έστειλε το επίλεκτο σώμα των γενίτσαρων. Σκοπός του Μωάμεθ ήταν να εξαντλήσει πρώτα τους υπερασπιστές της πόλης και έπειτα να έστελνε το ικανότερο στρατιωτικό σώμα προκειμένου να τους καταβάλλει.

Οι αμυνόμενοι απέκρουαν τα διαδοχικά κύματα. Υπήρχαν ακόμη τμήματα του εξωτερικού τείχους που εμπόδιζαν την είσοδο των εχθρών, τάφροι εξωτερικά και εσωτερικά αλλά και το εσωτερικό τείχος (όπου υπήρχε) ήταν ανέπαφο.

Κατά την Τρίτη επίθεση οι Τούρκοι ανακάλυψαν μια πύλη ανοιχτή. Τη στιγμή λοιπόν που ο βασιλιάς ελπίζει στο θαύμα, παρατηρεί ότι η πόλη παραβιάσθηκε. Ο ίδιος κυκλώθηκε από εχθρούς και απελπισμένος ορμάει εναντίον τους, πολεμάει γενναία και δέχεται πλήγματα από παντού και όπως λέει ο Φραντζής: «το αίμα έρεε από τα πόδια και τα χέρια του σαν ποταμός».

Τέλος, κυριεύθηκε η πόλη και εισέβαλαν οι εχθροί από όλες τις μεριές, μη επιτρέποντας στους κατοίκους να έχουν τρόπο διαφυγής, σφάζοντάς τους αδιακρίτως. Ο μόνος λόγος που αργότερα περιορίσθηκαν οι σφαγές ήταν η επιθυμία των κατακτητών να πουλήσουν τους αιχμαλώτους σε σκλαβοπάζαρα. Παράλληλα άρχισε η τριήμερη λεηλασία της πόλης που είχε υποσχεθεί ο Μωάμεθ στο στρατό του.

Η Κωνσταντινούπολη, η μητέρα της ορθοδοξίας, η ενδοξότερη πόλη της Ευρώπης, έσβησε. Η υπερχιλιετής αυτοκρατορία που κέρδισε το σεβασμό εχθρών και φίλων κατέρρευσε. Ένα νέο κεφάλαιο για τον Ελληνισμό ξεκινούσε δυσοίωνο και μαύρο, που έμελλε όμως να οδηγήσει σε νέες σελίδες ενδόξου ιστορίας, αντάξιας της φυλής μας και των προγόνων μας!

Γιώργος Πιτσάκης

Διαβάστε περισσότερα: http://www.xryshaygh.com/enimerosi/view/h-parakmh-kai-h-ptwsh-ths-buzantinhs-autokratorias#ixzz4iYFvmGGu

Advertisements

Comments Off on Η παρακμή και η πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας

Filed under ΙΣΤΟΡΙΑ - ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Comments are closed.